ψιλός

ψιλός
ψιλός, ή, όν 1. голый; (о голове) лысый; 2. (о воине) легковооруженный; 3. лишенный чего-либо (τινός) (напр., ε ψιλόν, υ ψιλόν «простые» ε, υ)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ψιλός" в других словарях:

  • ψιλός — ή, ό / ψιλός, ή, όν, ΝΜΑ 1. αποψιλωμένος, απογυμνωμένος, ακάλυπτος 2. (ειδικά) φαλακρός 3. (για έδαφος) άδενδρος 4. φρ. «ψιλά σύμφωνα» γραμμ. τα άηχα κλειστά σύμφωνα κ, π, τ, κατά την εκφώνηση τών οποίων η γλωττίδα παραμένει κλειστή και δεν… …   Dictionary of Greek

  • ψιλός — ψῑλός , ψιλός bare masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψιλός — ή, ό 1. λεπτός, λιανός, φτενός: Κόψε μου μια ψιλή φέτα ψωμί. 2. σχετικά με φωνή, οξύς, διαπεραστικός: Έχει μια ψιλή φωνούλα. 3. στη γραμματική, «ψιλά σύμφωνα» είναι τα σύμφωνα κ, π, τ που προφέρονται χωρίς πνοή αέρα. 4. το ουδ. πληθ. ως ουσ.,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψιλούτσικος — η, ο / ψιλούτζικος, η, ον, ΝΜ κάπως ψιλός, αρκετά ψιλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψιλός + υποκορ. κατάλ. ούτσικος (πρβλ. μεγαλ ούτσικος)] …   Dictionary of Greek

  • ψιλά — ψῑλά , ψιλός bare neut nom/voc/acc pl ψῑλά̱ , ψιλός bare fem nom/voc/acc dual ψῑλά̱ , ψιλός bare fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψιλότερον — ψῑλότερον , ψιλός bare adverbial comp ψῑλότερον , ψιλός bare masc acc comp sg ψῑλότερον , ψιλός bare neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Psiloi — In Ancient Greek warfare, Psiloi (Ancient Greek ψιλοί, singular ψιλός [Henry George Liddell Robert Scott, A Greek English Lexicon , [http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text.jsp?doc=Perseus:text:1999.04.0057:entry=yi lo/s ψιλός] .] , literally… …   Wikipedia

  • λεπτός — ή, ό (AM λεπτός, ή, όν) 1. αυτός που δεν έχει πάχος ή όγκο, φτενός, αραιός στη σύσταση, σε αντιδιαστολή με τον παχύ (α. «λεπτό ύφασμα» β. «λεπτόν τε πέπλον», Ευρ.) 2. αδύνατος, ισχνός, λιπόσαρκος (α. «μετά τη δίαιτα έγινε πολύ λεπτός» β. «ψῡχος… …   Dictionary of Greek

  • ψίλαξ — ακος, ὁ, Α ψιλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψιλός + επίθημα αξ, ακος (πρβλ. κόλ αξ)] …   Dictionary of Greek

  • ՆՈՒՐԲ — (նրբի, ից, կամ ոյ, ոց.) NBH 2 0452 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c, 14c ա. λεπτός, ψιλός tenuis, subtilis, minutus ἱσχνός exilis. Բարակ. անօսր. անգայտ. սուր. նուազ ըստ լայնութեան. անմասն ʼի… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ՍՈՍԿ — (ոյ կամ ի.) NBH 2 0728 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 8c, 9c, 10c, 11c, 12c, 13c, 14c ա. κενός vacuus λιτός simplex ψιλός tenuis, purus, nudus, merus. Միայն. լոկ. սին. սատակ. մերկ. լերկ. պարզ. անշուք. թեթեւ.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»